σαρκίζω

Α [σάρξ, σαρκός]
αφαιρώ την σάρκα, γδέρνω («μετὰ δὲ σαρκίσας βοὸς πλευρῇ δέψει τῇσι χερσί», Ηρόδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρκίσαι — σαρκίζω scrape clean of flesh aor inf act σαρκίσαῑ , σαρκίζω scrape clean of flesh aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσάρκιζε — σαρκίζω scrape clean of flesh imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκσεσαρκισμένα — ἐκ σαρκίζω scrape clean of flesh perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐκσεσαρκισμένᾱ , ἐκ σαρκίζω scrape clean of flesh perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐκσεσαρκισμένᾱ , ἐκ σαρκίζω scrape clean of flesh perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περισαρκίζω — Α (σχετικά με πληγή) 1. κόβω γύρω γύρω τις σάρκες 2. (το ρημ. επίθ.) περισαρκιστέον πρέπει κάποιος να περικόψει τη σάρκα ολόγυρα από την πληγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + σαρκίζω «αφαιρώ, ξύνω τη σάρκα»] …   Dictionary of Greek

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek

  • σαρκίσας — σαρκίσᾱς , σαρκίζω scrape clean of flesh aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.